μελωδικός


μελωδικός
[мэлодикос] εκ. мелодический.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μελωδικός" в других словарях:

  • μελωδικός — ή, ό (ΑM μελῳδικός, ή, όν) [μελωδός] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μελωδία ή αυτός που έχει μελωδία («μελωδική φωνή») μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ μελωδικόν γλυκό και ευχάριστο τραγούδι. επίρρ... μελωδικώς και ά (ΑM μελῳδικῶς) με μελωδία …   Dictionary of Greek

  • μελωδικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται στη μελωδία: Μελωδικός ήχος. 2. αυτός που είναι γεμάτος μελωδία: Μελωδική μουσική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μελῳδικά — μελῳδικός by means of melody neut nom/voc/acc pl μελῳδικά̱ , μελῳδικός by means of melody fem nom/voc/acc dual μελῳδικά̱ , μελῳδικός by means of melody fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελῳδικῶν — μελῳδικός by means of melody fem gen pl μελῳδικός by means of melody masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελῳδικόν — μελῳδικός by means of melody masc acc sg μελῳδικός by means of melody neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελῳδικῆς — μελῳδικός by means of melody fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελῳδική — μελῳδικός by means of melody fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελῳδικῶς — μελῳδικός by means of melody adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελῳδικώτατος — μελῳδικός by means of melody masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμμελής — ές (Α ἐμμελής, ές) μελωδικός, αρμονικός αρχ. 1. (για ποιητή) γλυκός, μελωδικός 2. (για πράγμ.) καλαίσθητος, κομψός 3. πετυχημένος («τὴν ἐμμελῆ ταύτην... ἐπὶ τῷ καλῷ προσεποιεῑτο παιδείαν», Πλούτ.) 4. μέτριος, μικρός 5. (για πρόσ.) ευπρεπής,… …   Dictionary of Greek